αἱμασιά

αἱμασιά
Grammatical information: f.
Meaning: `wall around a terrain', of stone (thus Hdt. 2, 138) or thorns (Od.), cf. αἱμοί δρυμοί. Αἰσχύλος Αἰτναίαις H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Compared with Lat. saepes (e.g. Specht KZ 68, 124, who tries to explain p : m morphologically). Fur. 223 finds the variation in other non-IE loans, e.g. Πενέσται \/ Μ. (Schwyzer 333 Zus. 2), γέφυρα \/ Arm. kamurǰ. On the accentuation Scheller Oxytonierung 87f., on the meaning Picard Rev. Arch. 1946, 68f.
Page in Frisk: 1,39

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αἱμασιά — αἱμασιά̱ , αἱμασιά wall fem nom/voc/acc dual αἱμασιά̱ , αἱμασιά wall fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιᾷ — αἱμασιά wall fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμασιά — η (Α αἱμασιά) 1. τοίχος, φράχτης από πέτρες και χώμα, ξερολιθιά 2. γεν. τείχισμα, περίβολος, φράχτης, μάντρα αρχ. 1. τα τείχη πόλης ή κάστρου 2. το εσωτερικό περιμαντρωμένου χώρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθ. να συνδέεται με το λατ.… …   Dictionary of Greek

  • αἱμασιάν — αἱμασιά̱ν , αἱμασιά wall fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιάς — αἱμασιά̱ς , αἱμασιά wall fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιαῖς — αἱμασιά wall fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιαῖσι — αἱμασιά wall fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιαί — αἱμασιά wall fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιᾶς — αἱμασιά wall fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιῆς — αἱμασιά wall fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμασιῇ — αἱμασιά wall fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.